δάσυμα

δάσῡμα [pron. full] [ᾰ], ατος, τό,
A = τράχωμα., Sever. ap. Aët.7.45.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάσυμα — δάσυμα, το (Α) το τράχωμα των ματιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < δασύς (πρβλ. γλώσσημα γλώσσα, γαμήλευμα γαμήλιος)] …   Dictionary of Greek

  • δάσυμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασυμάτων — δάσυμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύματα — δάσυμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύς — εία, ύ και δασός, ιά, ό (AM δασύς, εῑα, ύ) 1. 1. τριχωτός, μαλλιαρός 2. πυκνός 3. (για φυτά) πυκνόφυλλος, φουντωτός 4. (για τόπους) θαμνώδης, με πυκνή βλάστηση 5. (για φθόγγους και λέξεις) αυτός που προφέρεται και γράφεται με δασύ πνεύμα, με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.